Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεράξιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εξαιρετικά άξιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεράξιος < ελληνιστική κοινή ὑπεράξιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεράξιοςυπεράξιηυπεράξιο
Γενικήυπεράξιουυπεράξιηςυπεράξιου
Αιτιατικήυπεράξιουπεράξιηυπεράξιο
Κλητικήυπεράξιευπεράξιηυπεράξιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεράξιοιυπεράξιεςυπεράξια
Γενικήυπεράξιωνυπεράξιωνυπεράξιων
Αιτιατικήυπεράξιουςυπεράξιεςυπεράξια
Κλητικήυπεράξιοιυπεράξιεςυπεράξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →