υπερέκθεση
•
- έκθεση σε κάτι (επίδραση από κάτι) σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ' ότι χρειάζεται ή αρμόζει Βικιλεξικό
- μεγάλη έκθεση (ζωγραφικής κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερέκθεση < υπερ- + έκθεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερέκθεση | υπερεκθέσεις |
| Γενική | υπερέκθεσης | υπερεκθέσεων |
| Αιτιατική | υπερέκθεση | υπερεκθέσεις |
| Κλητική | υπερέκθεση | υπερεκθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →