Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερέκθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έκθεση σε κάτι (επίδραση από κάτι) σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ' ότι χρειάζεται ή αρμόζει Βικιλεξικό
  2. μεγάλη έκθεση (ζωγραφικής κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερέκθεση < υπερ- + έκθεση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερέκθεσηυπερεκθέσεις
Γενικήυπερέκθεσηςυπερεκθέσεων
Αιτιατικήυπερέκθεσηυπερεκθέσεις
Κλητικήυπερέκθεσηυπερεκθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →