υπεραιμικός
•
- που έχει σχέση με την υπεραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που προκαλεί υπεραιμία Βικιλεξικό
- που εμφανίζει υπεραιμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεραιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hyperhémique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hyperemic < αρχαία ελληνική ὑπέρ + αἷμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεραιμικός | υπεραιμική | υπεραιμικό |
| Γενική | υπεραιμικού | υπεραιμικής | υπεραιμικού |
| Αιτιατική | υπεραιμικό | υπεραιμική | υπεραιμικό |
| Κλητική | υπεραιμικέ | υπεραιμική | υπεραιμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεραιμικοί | υπεραιμικές | υπεραιμικά |
| Γενική | υπεραιμικών | υπεραιμικών | υπεραιμικών |
| Αιτιατική | υπεραιμικούς | υπεραιμικές | υπεραιμικά |
| Κλητική | υπεραιμικοί | υπεραιμικές | υπεραιμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →