Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεραιμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την υπεραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί υπεραιμία Βικιλεξικό
  3. που εμφανίζει υπεραιμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεραιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hyperhémique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hyperemic < αρχαία ελληνική ὑπέρ + αἷμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεραιμικόςυπεραιμικήυπεραιμικό
Γενικήυπεραιμικούυπεραιμικήςυπεραιμικού
Αιτιατικήυπεραιμικόυπεραιμικήυπεραιμικό
Κλητικήυπεραιμικέυπεραιμικήυπεραιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεραιμικοίυπεραιμικέςυπεραιμικά
Γενικήυπεραιμικώνυπεραιμικώνυπεραιμικών
Αιτιατικήυπεραιμικούςυπεραιμικέςυπεραιμικά
Κλητικήυπεραιμικοίυπεραιμικέςυπεραιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →