Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεραπόσβεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομίααναφέρεται στην ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση που επιτρέπει σε επιχειρήσεις να αποσβέσουν ένα πάγιο περιουσιακό στοιχείο με ρυθμό υψηλότερο από τον κανονικό, ώστε να ενθαρρυνθούν επενδύσεις, π.χ. σε πράσινη οικονομία και ενέργεια Βικιλεξικό
  2. φυσικήαφορά τη διαδικασία κατά την οποία η απόσβεση ενός ταλαντούμενου συστήματος είναι τόσο ισχυρή, που αποτρέπει την εμφάνιση ταλαντώσεων, οδηγώντας το σύστημα στην ισορροπία χωρίς ταλαντωτικές διακυμάνσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεραπόσβεση < υπερ- + απόσβεση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεραπόσβεσηυπεραποσβέσεις
Γενικήυπεραπόσβεσηςυπεραποσβέσεων
Αιτιατικήυπεραπόσβεσηυπεραποσβέσεις
Κλητικήυπεραπόσβεσηυπεραποσβέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →