Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερασπίσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν ή αξίζει να τον υπερασπιστούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερασπίσιμος < υπερασπίζω + -ίσιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερασπίσιμοςυπερασπίσιμηυπερασπίσιμο
Γενικήυπερασπίσιμουυπερασπίσιμηςυπερασπίσιμου
Αιτιατικήυπερασπίσιμουπερασπίσιμηυπερασπίσιμο
Κλητικήυπερασπίσιμευπερασπίσιμηυπερασπίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερασπίσιμοιυπερασπίσιμεςυπερασπίσιμα
Γενικήυπερασπίσιμωνυπερασπίσιμωνυπερασπίσιμων
Αιτιατικήυπερασπίσιμουςυπερασπίσιμεςυπερασπίσιμα
Κλητικήυπερασπίσιμοιυπερασπίσιμεςυπερασπίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →