Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερασπιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που υπερασπίζεται κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός, μεταμφιεσμένος σε υπερασπιστή του ευρώ, ξύπνησε τους παλαιούς ευρωπαϊκούς δαίμονες. (Η Ευρώπη δεν είναι λουκάνικο Φρανκφούρτης!, efsyn.gr, 17/08/2015 https://web.archive.org/web/20150925100753/https://www.efsyn.gr/arthro/i-eyropi-den-einai-loykaniko-frankfoyrtis)
    • 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)

Ετυμολογία

υπερασπιστής < αρχαία ελληνική ὑπερασπιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερασπιστήςυπερασπιστές
Γενικήυπερασπιστήυπερασπιστών
Αιτιατικήυπερασπιστήυπερασπιστές
Κλητικήυπερασπιστήυπερασπιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →