υπερασπιστικός
•
- που έχει σχέση με την υπεράσπιση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- Παρά την ανακατάταξη, με την προσθήκη γνωστών δικηγόρων, και τις αρχικές αποστάσεις, η υπερασπιστική γραμμή παραμένει κοινή και συνεχίζουν να αρνούνται ότι γνώριζαν την υπεξαίρεση... (*)
Ετυμολογία
υπερασπιστικός < υπερασπίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερασπιστικός | υπερασπιστική | υπερασπιστικό |
| Γενική | υπερασπιστικού | υπερασπιστικής | υπερασπιστικού |
| Αιτιατική | υπερασπιστικό | υπερασπιστική | υπερασπιστικό |
| Κλητική | υπερασπιστικέ | υπερασπιστική | υπερασπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερασπιστικοί | υπερασπιστικές | υπερασπιστικά |
| Γενική | υπερασπιστικών | υπερασπιστικών | υπερασπιστικών |
| Αιτιατική | υπερασπιστικούς | υπερασπιστικές | υπερασπιστικά |
| Κλητική | υπερασπιστικοί | υπερασπιστικές | υπερασπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →