Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεραστικός

/i.pe.ɾa.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται, γίνεται ή εκτείνεται έξω από τα όρια μιας πόλης, σε άλλες περιοχές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεραστικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interurban

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεραστικόςυπεραστικήυπεραστικό
Γενικήυπεραστικούυπεραστικήςυπεραστικού
Αιτιατικήυπεραστικόυπεραστικήυπεραστικό
Κλητικήυπεραστικέυπεραστικήυπεραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεραστικοίυπεραστικέςυπεραστικά
Γενικήυπεραστικώνυπεραστικώνυπεραστικών
Αιτιατικήυπεραστικούςυπεραστικέςυπεραστικά
Κλητικήυπεραστικοίυπεραστικέςυπεραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →