υπερβασία
•
- λόγιοη ανομία, η αυθαιρεσία Βικιλεξικό
- λόγιοη ανήθικη πράξη, πχ παράβαση όρκου Βικιλεξικό
- λόγιο, (σύντμηση) ο υπερβατισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερβασία < αρχαία ελληνική ὑπερβασία, αναλύεται υπερ- + -βασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερβασία | υπερβασίες |
| Γενική | υπερβασίας | υπερβασιών |
| Αιτιατική | υπερβασία | υπερβασίες |
| Κλητική | υπερβασία | υπερβασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →