Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερβασία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ανομία, η αυθαιρεσία Βικιλεξικό
  2. λόγιοη ανήθικη πράξη, πχ παράβαση όρκου Βικιλεξικό
  3. λόγιο, (σύντμηση) ο υπερβατισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερβασία < αρχαία ελληνική ὑπερβασία, αναλύεται υπερ- + -βασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερβασίαυπερβασίες
Γενικήυπερβασίαςυπερβασιών
Αιτιατικήυπερβασίαυπερβασίες
Κλητικήυπερβασίαυπερβασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →