Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον υπεραισθητό ή μεταφυσικό κόσμο, με τον κόσμο που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερβατικός < υπέρβαση + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική transcendant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερβατικόςυπερβατικήυπερβατικό
Γενικήυπερβατικούυπερβατικήςυπερβατικού
Αιτιατικήυπερβατικόυπερβατικήυπερβατικό
Κλητικήυπερβατικέυπερβατικήυπερβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερβατικοίυπερβατικέςυπερβατικά
Γενικήυπερβατικώνυπερβατικώνυπερβατικών
Αιτιατικήυπερβατικούςυπερβατικέςυπερβατικά
Κλητικήυπερβατικοίυπερβατικέςυπερβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →