Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερβατισμός

/i.peɾ.va.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαη υπέρβαση του εμπειρισμού και των μαθηματικών αποδείξεων, η θεώρηση ότι η τα όρια της ανθρώπινης γνώσης είναι γνωστά και μη μεταβλητά Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραεύρος φιλοσοφικών θέσεων με επίκεντρο είτε τον ορθολογισμό (Immanuel Kant), είτε την διαίσθηση και τον πνευματισμό (Ralph Waldo Emerson) Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραπίστη στην εγγενή ηθική φύση των ανθρώπων, την υπεροχή της διαίσθησης επί της λογικής Βικιλεξικό
  4. μειωτικόη ασάφεια στην διατύπωση, η χρήση της ασάφειας ως τεκμήριο αλήθειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερβατισμός < (απόδοση) αγγλική transcendentalism. Αναλύεται σε υπερβατι(κός) + -ισμός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερβατισμόςυπερβατισμοί
Γενικήυπερβατισμούυπερβατισμών
Αιτιατικήυπερβατισμόυπερβατισμούς
Κλητικήυπερβατισμέυπερβατισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →