υπερβατισμός
•
- φιλοσοφίαη υπέρβαση του εμπειρισμού και των μαθηματικών αποδείξεων, η θεώρηση ότι η τα όρια της ανθρώπινης γνώσης είναι γνωστά και μη μεταβλητά Βικιλεξικό
- ειδικότεραεύρος φιλοσοφικών θέσεων με επίκεντρο είτε τον ορθολογισμό (Immanuel Kant), είτε την διαίσθηση και τον πνευματισμό (Ralph Waldo Emerson) Βικιλεξικό
- ειδικότεραπίστη στην εγγενή ηθική φύση των ανθρώπων, την υπεροχή της διαίσθησης επί της λογικής Βικιλεξικό
- μειωτικόη ασάφεια στην διατύπωση, η χρήση της ασάφειας ως τεκμήριο αλήθειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερβατισμός < (απόδοση) αγγλική transcendentalism. Αναλύεται σε υπερβατι(κός) + -ισμός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερβατισμός | υπερβατισμοί |
| Γενική | υπερβατισμού | υπερβατισμών |
| Αιτιατική | υπερβατισμό | υπερβατισμούς |
| Κλητική | υπερβατισμέ | υπερβατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →