Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερβόσκηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εντατική και καθ' υπερβολή βόσκηση μιας περιοχής, με αρνητικές γι' αυτή συνέπειες Βικιλεξικό
    • Μάλιστα η καταστροφή σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται με τραγικές συνθήκες που συνιστούν απλώς μία φάση πριν από την πλήρη ερημοποίηση και το απογύμνωμα των βουνών με διάβρωση. Κύριο αίτιο της σημερινής κατάστασης φαίνεται να είναι ο συνδυασμός της φωτιάς με την υπερβόσκηση που την ακολουθεί. (*)

Ετυμολογία

υπερβόσκηση < υπερ- + βόσκηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερβόσκησηυπερβοσκήσεις
Γενικήυπερβόσκησηςυπερβοσκήσεων
Αιτιατικήυπερβόσκησηυπερβοσκήσεις
Κλητικήυπερβόσκησηυπερβοσκήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →