υπεργλυκαιμικός
•
- ιατρικήαυτός που έχει υπεργλυκαιμία, που πάσχει απ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεργλυκαιμικός < υπεργλυκαιμ(ία) + -ικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: απόδοση για τη γαλλική hyperglycémiant < hyperglycémie < αρχαία ελληνική ὑπέρ γλυκύς + αἷμα : Και ουσιαστικοποιημένο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικός / υπεργλυκαιμικό | υπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικοί / υπεργλυκαιμικά |
| Γενική | υπεργλυκαιμικής / υπεργλυκαιμικού / υπεργλυκαιμικού | υπεργλυκαιμικών / υπεργλυκαιμικών / υπεργλυκαιμικών |
| Αιτιατική | υπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικό / υπεργλυκαιμικό | υπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικούς / υπεργλυκαιμικά |
| Κλητική | υπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικέ / υπεργλυκαιμικό | υπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικοί / υπεργλυκαιμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →