Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεργλυκαιμικός

/i.peɾ.ɣli.ce.miˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήαυτός που έχει υπεργλυκαιμία, που πάσχει απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεργλυκαιμικός < υπεργλυκαιμ(ία) + -ικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: απόδοση για τη γαλλική hyperglycémiant < hyperglycémie < αρχαία ελληνική ὑπέρ γλυκύς + αἷμα : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικός / υπεργλυκαιμικόυπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικοί / υπεργλυκαιμικά
Γενικήυπεργλυκαιμικής / υπεργλυκαιμικού / υπεργλυκαιμικούυπεργλυκαιμικών / υπεργλυκαιμικών / υπεργλυκαιμικών
Αιτιατικήυπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικό / υπεργλυκαιμικόυπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικούς / υπεργλυκαιμικά
Κλητικήυπεργλυκαιμική / υπεργλυκαιμικέ / υπεργλυκαιμικόυπεργλυκαιμικές / υπεργλυκαιμικοί / υπεργλυκαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπεργλυκαιμικός

/i.peɾ.ɣli.ce.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την υπεργλυκαιμία, αναφέρεται σ' αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεργλυκαιμικός < υπεργλυκαιμ(ία) + -ικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: απόδοση για τη γαλλική hyperglycémiant < hyperglycémie < αρχαία ελληνική ὑπέρ γλυκύς + αἷμα : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεργλυκαιμικόςυπεργλυκαιμικήυπεργλυκαιμικό
Γενικήυπεργλυκαιμικούυπεργλυκαιμικήςυπεργλυκαιμικού
Αιτιατικήυπεργλυκαιμικόυπεργλυκαιμικήυπεργλυκαιμικό
Κλητικήυπεργλυκαιμικέυπεργλυκαιμικήυπεργλυκαιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεργλυκαιμικοίυπεργλυκαιμικέςυπεργλυκαιμικά
Γενικήυπεργλυκαιμικώνυπεργλυκαιμικώνυπεργλυκαιμικών
Αιτιατικήυπεργλυκαιμικούςυπεργλυκαιμικέςυπεργλυκαιμικά
Κλητικήυπεργλυκαιμικοίυπεργλυκαιμικέςυπεργλυκαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →