Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερδιάγνωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη τυχαία διάγνωση μιας νόσου σε ένα άτομο που δεν έχει κλινικά συμπτώματα ή εμφανή προβλήματα υγείας μετά από προληπτικό έλεγχο Βικιλεξικό
    • Ένα μειονέκτημα της προληπτικής μαστογραφίας είναι η υπερδιάγνωση, δηλαδή η ανίχνευση μορφών καρκίνου, οι οποίες δεν θα προκαλούσαν κακό ή δεν θα διαγιγνώσκονταν ποτέ, αν δεν εφαρμοζόταν η προληπτική εξέταση. Αυτή η ψευδώς θετική διάγνωση είναι πιο πιθανή στον πρώτο μαστογραφικό έλεγχο.
    • Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της υπερδιάγνωσης του άσθματος αποτελεί το γεγονός ότι χάνεται η ευκαιρία να διερευνηθεί και να αντιμετωπιστεί η πραγματική αιτία των αναπνευστικών συμπτωμάτων του ασθενούς. […] Σε κάποιες χώρες η υπερδιάγνωση του άσθματος έχει ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων.
    • Κατά συνέπεια, οι αλλαγές στον αιμοστατικό μηχανισμό των νεογνών και η έλλειψη εξετάσεων ρουτίνας για την ολοκληρωμένη μελέτη της αιμόστασης συχνά οδηγούν σε υπερδιάγνωση ή και λανθασμένη διάγνωση.
  2. ιατρικήη διάγνωση μιας νόσου ή παθολογικής κατάστασης σε μεγαλύτερη έκταση από την πραγματική κλινική της σημασία, ιδίως όταν ανιχνεύονται περιπτώσεις που δεν θα προκαλούσαν συμπτώματα ή βλάβη κατά τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερδιάγνωση < υπερ- + διάγνωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική overdiagnosis)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερδιάγνωσηυπερδιαγνώσεις
Γενικήυπερδιάγνωσηςυπερδιαγνώσεων
Αιτιατικήυπερδιάγνωσηυπερδιαγνώσεις
Κλητικήυπερδιάγνωσηυπερδιαγνώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →