Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερδιάσημος

/i.perˈði̯a.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γνωστός σε πολλούς ανθρώπους Βικιλεξικό
    • Οι υπερδιάσημοι celebrities πληρώνονται όταν είναι να δώσουν μια μεγάλη αποκλειστικότητα της ζωής τους είτε σε έντυπα, είτε σε τηλεοπτικές εκπομπές. (Light: «Μπείτε στο Instagram μου. Αλλιώς 5.000 Ευρώ, όποια εκπομπή πληρώνει βγαίνω και τα λέω», εκδ. ΣΚΑΪ, 2024 https://www.skai.gr/news/entertainment/light-mpeite-sto-instagram-mou-allios-5000-eyro-opoia-ekpompi-plironei-vgaino-kai-ta-leo)

Ετυμολογία

υπερδιάσημος < υπερ- + διάσημος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερδιάσημοςυπερδιάσημηυπερδιάσημο
Γενικήυπερδιάσημουυπερδιάσημηςυπερδιάσημου
Αιτιατικήυπερδιάσημουπερδιάσημηυπερδιάσημο
Κλητικήυπερδιάσημευπερδιάσημηυπερδιάσημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερδιάσημοιυπερδιάσημεςυπερδιάσημα
Γενικήυπερδιάσημωνυπερδιάσημωνυπερδιάσημων
Αιτιατικήυπερδιάσημουςυπερδιάσημεςυπερδιάσημα
Κλητικήυπερδιάσημοιυπερδιάσημεςυπερδιάσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →