υπερδιόρθωση
•
- γλωσσολογίαη διόρθωση σωστών (γραμματικά, συντακτικά κ.λπ.) τύπων και η χρήση λανθασμένων, που όμως ο ομιλητής / γραφέας για διάφορους λόγους (ιδεολογικούς, ιδεοληπτικούς κ.ά.) πιστεύει ότι είναι σωστοί Βικιλεξικό
- Στη φράση «Αμέσως μετά την είσοδο, πήγε στον Ναό, όπου οργισμένος έδιωξε κακήν κακώς τους εμπόρους και τους αργυραμοιβούς, οι οποίοι είχαν μεταβάλει τον Οίκο του Θεού, από οίκο προσευχής, σε άνδρο ληστών.»(*) η χρήση της λέξης άνδρο αντί του σωστού άντρο αποτελεί υπερδιόρθωση.
Ετυμολογία
υπερδιόρθωση < υπερ- + διόρθωση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική hypercorrection)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερδιόρθωση | υπερδιορθώσεις |
| Γενική | υπερδιόρθωσης | υπερδιορθώσεων |
| Αιτιατική | υπερδιόρθωση | υπερδιορθώσεις |
| Κλητική | υπερδιόρθωση | υπερδιορθώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →