υπερεγώ
•
- ψυχανάλυσηδομή του ασυνειδήτου που αντιπροσωπεύει τις ηθικές κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται το άτομο μεγαλώνοντας και οι οποίες δρουν ανασταλτικά στις παρορμήσεις του ενστίκτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεγώ < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Über-Ich
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →