Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερεκατονταετής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί πάνω από εκατό έτη Βικιλεξικό
    • Η υπερεκατονταετής ισχύς (από το 1901 κ.ε.) του βραβείου της Σουηδικής Ακαδημίας, ο μακρύς κατάλογος των βραβευθέντων, κατά κανόνα εκλεκτών εκπροσώπων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα προνόμια —υλικά και άλλα— που εξασφαλίζει ο νικητής, περιβάλλουν με αδιαμφισβήτητο κύρος αυτή την τιμητική χειρονομία. (www.tovima.gr, 03.10.2023)
  2. που ζει πάνω από εκατό έτη Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: υπερεκατοντούτης

Ετυμολογία

υπερεκατονταετής < υπερ- + εκατονταετής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερεκατονταετήςυπερεκατονταετήςυπερεκατονταετές
Γενικήυπερεκατονταετούςυπερεκατονταετούςυπερεκατονταετούς
Αιτιατικήυπερεκατονταετήυπερεκατονταετήυπερεκατονταετές
Κλητικήυπερεκατονταετή / υπερεκατονταετήςυπερεκατονταετήςυπερεκατονταετές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετή
Γενικήυπερεκατονταετώνυπερεκατονταετώνυπερεκατονταετών
Αιτιατικήυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετή
Κλητικήυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετείςυπερεκατονταετή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →