υπερεκκρίνω
•
- εκκρίνω μία ουσία σε υπερβολική ποσότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεκκρίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερεκκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκκρίνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | υπερεκκρινόμουνα | υπερεκκρινόσουνα | υπερεκκρινότανε | — | υπερεκκρινόσαστε | υπερεκκρινόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | υπερεκκριθήκαν / υπερεκκριθήκανε |
| Μέλλοντας | θα υπερεκκριθώ | θα υπερεκκριθείς | θα υπερεκκριθεί | θα υπερεκκριθούμε | θα υπερεκκριθείτε | θα υπερεκκριθούν / θα υπερεκκριθούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερεκκριθεί | έχεις υπερεκκριθεί | έχει υπερεκκριθεί | έχουμε υπερεκκριθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερεκκριθεί | είχες υπερεκκριθεί | είχε υπερεκκριθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθώ | να έχεις υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθείς | να έχει υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθεί | να έχουμε υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθούμε | να υπερεκκριθείτε | να υπερεκκριθούν / να υπερεκκριθούνε |
| Προστακτική | — | υπερεκκρίσου | — | — | υπερεκκριθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερεκκρίνομαι | υπερεκκρίνεσαι | υπερεκκρίνεται | υπερεκκρινόμαστε | υπερεκκρίνεστε | υπερεκκρίνονται |
| Παρατατικός | υπερεκκρινόμουν | υπερεκκρινόσουν | υπερεκκρινόταν | υπερεκκρινόμασταν / υπερεκκρινόμαστε | υπερεκκρινόσασταν | υπερεκκρίνονταν |
| Αόριστος | υπερεκκρίθηκα | υπερεκκρίθηκες | υπερεκκρίθηκε | υπερεκκριθήκαμε | υπερεκκριθήκατε | υπερεκκρίθηκαν |
| Μέλλοντας | θα υπερεκκρίνομαι | θα υπερεκκρίνεσαι | θα υπερεκκρίνεται | θα υπερεκκρινόμαστε | θα υπερεκκρίνεστε | θα υπερεκκρίνονται |
| Υποτακτική | να υπερεκκρίνομαι | να υπερεκκρίνεσαι | να υπερεκκρίνεται | να υπερεκκρινόμαστε | να υπερεκκρίνεστε | να υπερεκκρίνονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | υπερεκκρίνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →