Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερεκκρίνω

/i.peɾ.eˈkɾi.no/ρήμα
•
  1. εκκρίνω μία ουσία σε υπερβολική ποσότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερεκκρίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερεκκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκκρίνω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Παρατατικόςυπερεκκρινόμουναυπερεκκρινόσουναυπερεκκρινότανε—υπερεκκρινόσαστευπερεκκρινόντουσαν
Αόριστος—————υπερεκκριθήκαν / υπερεκκριθήκανε
Μέλλονταςθα υπερεκκριθώθα υπερεκκριθείςθα υπερεκκριθείθα υπερεκκριθούμεθα υπερεκκριθείτεθα υπερεκκριθούν / θα υπερεκκριθούνε
Παρακείμενοςέχω υπερεκκριθείέχεις υπερεκκριθείέχει υπερεκκριθείέχουμε υπερεκκριθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα υπερεκκριθείείχες υπερεκκριθείείχε υπερεκκριθεί———
Υποτακτικήνα έχω υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθώνα έχεις υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθείςνα έχει υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθείνα έχουμε υπερεκκριθεί / να υπερεκκριθούμενα υπερεκκριθείτενα υπερεκκριθούν / να υπερεκκριθούνε
Προστακτική—υπερεκκρίσου——υπερεκκριθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερεκκρίνομαιυπερεκκρίνεσαιυπερεκκρίνεταιυπερεκκρινόμαστευπερεκκρίνεστευπερεκκρίνονται
Παρατατικόςυπερεκκρινόμουνυπερεκκρινόσουνυπερεκκρινότανυπερεκκρινόμασταν / υπερεκκρινόμαστευπερεκκρινόσαστανυπερεκκρίνονταν
Αόριστοςυπερεκκρίθηκαυπερεκκρίθηκεςυπερεκκρίθηκευπερεκκριθήκαμευπερεκκριθήκατευπερεκκρίθηκαν
Μέλλονταςθα υπερεκκρίνομαιθα υπερεκκρίνεσαιθα υπερεκκρίνεταιθα υπερεκκρινόμαστεθα υπερεκκρίνεστεθα υπερεκκρίνονται
Υποτακτικήνα υπερεκκρίνομαινα υπερεκκρίνεσαινα υπερεκκρίνεταινα υπερεκκρινόμαστενα υπερεκκρίνεστενα υπερεκκρίνονται
Προστακτική————υπερεκκρίνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →