υπερεκχείλιση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερεκχειλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεκχείλιση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπερεκχείλι(σις) (μαρτυρείται από το 1869) + -ση < υπερεκχειλίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκχείλιση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερεκχείλιση | υπερεκχειλίσεις |
| Γενική | υπερεκχείλισης | υπερεκχειλίσεων |
| Αιτιατική | υπερεκχείλιση | υπερεκχειλίσεις |
| Κλητική | υπερεκχείλιση | υπερεκχειλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →