Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερεκχείλιση

/i.peɾ.ekˈçi.li.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερεκχειλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερεκχείλιση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπερεκχείλι(σις) (μαρτυρείται από το 1869) + -ση < υπερεκχειλίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκχείλιση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερεκχείλισηυπερεκχειλίσεις
Γενικήυπερεκχείλισηςυπερεκχειλίσεων
Αιτιατικήυπερεκχείλισηυπερεκχειλίσεις
Κλητικήυπερεκχείλισηυπερεκχειλίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →