υπερεξουσία
•
- εξουσία που έχει ενισχυθεί και με επιπλέον αρμοδιότητες ή δικαιοδοσίες, πέρα από τις συνήθεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεξουσία < υπερ- + εξουσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερεξουσία | υπερεξουσίες |
| Γενική | υπερεξουσίας | υπερεξουσιών |
| Αιτιατική | υπερεξουσία | υπερεξουσίες |
| Κλητική | υπερεξουσία | υπερεξουσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →