υπερεπαρκώ
•
- επαρκώ σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνωση φθάνω αλλά και περισσεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεπαρκώ < υπερ- + επαρκώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερεπαρκώ | υπερεπαρκείς | υπερεπαρκεί | υπερεπαρκούμε | υπερεπαρκείτε | υπερεπαρκούν / υπερεπαρκούνε |
| Παρατατικός | υπερεπαρκούσα | υπερεπαρκούσες | υπερεπαρκούσε | υπερεπαρκούσαμε | υπερεπαρκούσατε | υπερεπαρκούσαν / υπερεπαρκούσανε |
| Αόριστος | υπερεπάρκησα | υπερεπάρκησες | υπερεπάρκησε | υπερεπαρκήσαμε | υπερεπαρκήσατε | υπερεπάρκησαν / υπερεπαρκήσαν / υπερεπαρκήσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερεπαρκήσω / θα υπερεπαρκώ | θα υπερεπαρκήσεις / θα υπερεπαρκείς | θα υπερεπαρκήσει / θα υπερεπαρκεί | θα υπερεπαρκήσουμε / θα υπερεπαρκούμε | θα υπερεπαρκήσετε / θα υπερεπαρκείτε | θα υπερεπαρκήσουν / θα υπερεπαρκήσουνε / θα υπερεπαρκούν / θα υπερεπαρκούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερεπαρκήσει | έχεις υπερεπαρκήσει | έχει υπερεπαρκήσει | έχουμε υπερεπαρκήσει | έχετε υπερεπαρκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερεπαρκήσει | είχες υπερεπαρκήσει | είχε υπερεπαρκήσει | είχαμε υπερεπαρκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκήσω / να υπερεπαρκώ | να έχεις υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκήσεις / να υπερεπαρκείς | να έχει υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκεί | να έχουμε υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκήσουμε / να υπερεπαρκούμε | να έχετε υπερεπαρκήσει / να υπερεπαρκήσετε / να υπερεπαρκείτε | να υπερεπαρκήσουν / να υπερεπαρκήσουνε / να υπερεπαρκούν / να υπερεπαρκούνε |
| Προστακτική | — | υπερεπάρκει / υπερεπάρκησε | — | — | υπερεπαρκήστε / υπερεπαρκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →