Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερευχαριστώ

ρήμα
•
  1. ευχαριστώ πάρα πολύ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερευχαριστώ < ελληνιστική κοινή ὑπερευχαριστέω / ὑπερευχαριστῶ < ὑπέρ + εὐχαριστέω / εὐχαριστῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερευχαριστώυπερευχαριστείςυπερευχαριστείυπερευχαριστούμευπερευχαριστείτευπερευχαριστούν / υπερευχαριστούνε
Παρατατικόςυπερευχαριστούσαυπερευχαριστούσεςυπερευχαριστούσευπερευχαριστούσαμευπερευχαριστούσατευπερευχαριστούσαν / υπερευχαριστούσανε
Αόριστοςυπερευχαρίστησαυπερευχαρίστησεςυπερευχαρίστησευπερευχαριστήσαμευπερευχαριστήσατευπερευχαρίστησαν / υπερευχαριστήσαν / υπερευχαριστήσανε
Μέλλονταςθα υπερευχαριστήσω / θα υπερευχαριστώθα υπερευχαριστήσεις / θα υπερευχαριστείςθα υπερευχαριστήσει / θα υπερευχαριστείθα υπερευχαριστήσουμε / θα υπερευχαριστούμεθα υπερευχαριστήσετε / θα υπερευχαριστείτεθα υπερευχαριστήσουν / θα υπερευχαριστήσουνε / θα υπερευχαριστούν / θα υπερευχαριστούνε
Παρακείμενοςέχω υπερευχαριστήσειέχεις υπερευχαριστήσειέχει υπερευχαριστήσειέχουμε υπερευχαριστήσειέχετε υπερευχαριστήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερευχαριστήσειείχες υπερευχαριστήσειείχε υπερευχαριστήσειείχαμε υπερευχαριστήσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστήσω / να υπερευχαριστώνα έχεις υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστήσεις / να υπερευχαριστείςνα έχει υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστείνα έχουμε υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστήσουμε / να υπερευχαριστούμενα έχετε υπερευχαριστήσει / να υπερευχαριστήσετε / να υπερευχαριστείτενα υπερευχαριστήσουν / να υπερευχαριστήσουνε / να υπερευχαριστούν / να υπερευχαριστούνε
Προστακτική—υπερευχαρίστει / υπερευχαρίστησε——υπερευχαριστήστε / υπερευχαριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →