υπερημερία
•
- το να περνάει κάποια προθεσμία χωρίς να έχουν εκπληρωθεί υποχρεώσεις Βικιλεξικό
- τόκοι υπερημερίας: οι πρόσθετοι τόκοι που πληρώνει κάποιος, όταν δεν εξοφλήσει το χρέος του στην προβλεπόμενη ημερομηνία
- υπερημερία εργοδότη
Ετυμολογία
υπερημερία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερημερία | υπερημερίες |
| Γενική | υπερημερίας | υπερημεριών |
| Αιτιατική | υπερημερία | υπερημερίες |
| Κλητική | υπερημερία | υπερημερίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →