υπερηχογράφημα
•
- ιατρικήη ιατρική εξέταση για την απεικόνιση των εσωτερικών οργάνων με τη χρήση υπερήχων Βικιλεξικό
- Το έμβρυο ήταν κορίτσι, όπως είχαν δείξει όσα υπερηχογραφήματα είχε κάνει (Ευγενία Φακίνου, Πλανόδιοι θεριστές, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
- ιατρικήη ίδια η απεικόνιση των εσωτερικών οργάνων με τη χρήση υπερήχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερηχογράφημα < υπέρηχος + -ο- + -γράφημα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ultrasonogram)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερηχογράφημα | υπερηχογραφήματα |
| Γενική | υπερηχογραφήματος | υπερηχογραφημάτων |
| Αιτιατική | υπερηχογράφημα | υπερηχογραφήματα |
| Κλητική | υπερηχογράφημα | υπερηχογραφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →