υπερθερμαίνω
•
- θερμαίνω κάτι σε υψηλούς βαθμούς, σε θερμοκρασία υψηλότερη από όσο πρέπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερθερμαίνω < ὑπερθερμαίνω (καθαρεύουσα) < ὑπέρ + θερμαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερθερμαίνω | υπερθερμαίνεις | υπερθερμαίνει | υπερθερμαίνουμε | υπερθερμαίνετε | υπερθερμαίνουν / υπερθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | υπερθέρμαινα | υπερθέρμαινες | υπερθέρμαινε | υπερθερμαίναμε | υπερθερμαίνατε | υπερθέρμαιναν / υπερθερμαίναν / υπερθερμαίνανε |
| Αόριστος | υπερθέρμανα | υπερθέρμανες | υπερθέρμανε | υπερθερμάναμε | υπερθερμάνατε | υπερθέρμαναν / υπερθερμάναν / υπερθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα υπερθερμάνω / θα υπερθερμαίνω | θα υπερθερμάνεις / θα υπερθερμαίνεις | θα υπερθερμάνει / θα υπερθερμαίνει | θα υπερθερμάνουμε / θα υπερθερμαίνουμε | θα υπερθερμάνετε / θα υπερθερμαίνετε | θα υπερθερμάνουν / θα υπερθερμάνουνε / θα υπερθερμαίνουν / θα υπερθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερθερμάνει | έχεις υπερθερμάνει | έχει υπερθερμάνει | έχουμε υπερθερμάνει | έχετε υπερθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερθερμάνει | είχες υπερθερμάνει | είχε υπερθερμάνει | είχαμε υπερθερμάνει | είχατε υπερθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερθερμάνει / να υπερθερμάνω / να υπερθερμαίνω | να έχεις υπερθερμάνει / να υπερθερμάνεις / να υπερθερμαίνεις | να έχει υπερθερμάνει / να υπερθερμάνει / να υπερθερμαίνει | να έχουμε υπερθερμάνει / να υπερθερμάνουμε / να υπερθερμαίνουμε | να έχετε υπερθερμάνει / να υπερθερμάνετε / να υπερθερμαίνετε | να υπερθερμάνουν / να υπερθερμάνουνε / να υπερθερμαίνουν / να υπερθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | υπερθέρμαινε / υπερθέρμανε | — | — | υπερθερμάνετε / υπερθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →