υπερκέραση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερκεράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερκέραση < υπερκεράζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερκέραση | υπερκεράσεις |
| Γενική | υπερκέρασης | υπερκεράσεων |
| Αιτιατική | υπερκέραση | υπερκεράσεις |
| Κλητική | υπερκέραση | υπερκεράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →