υπερκαλύπτω
•
- καλύπτω πλήρως, περισσότερο απ' ό,τι είναι απαραίτητο, έχοντας και περίσσευμα Βικιλεξικό
- τα έσοδα υπερκάλυψαν τις δαπάνες
- Η ανάγκη για φιάλες αίματος υπερκαλύφθηκε από τη συγκινητική προσφορά του κοινού.
Ετυμολογία
υπερκαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπερκαλύπτω (ήδη το 1887 ). Συγχρονικά αναλύεται σε υπερ- + καλύπτω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερκαλύπτω | υπερκαλύπτεις | υπερκαλύπτει | υπερκαλύπτουμε | υπερκαλύπτετε | υπερκαλύπτουν / υπερκαλύπτουνε |
| Παρατατικός | υπερκάλυπτα | υπερκάλυπτες | υπερκάλυπτε | υπερκαλύπταμε | υπερκαλύπτατε | υπερκάλυπταν / υπερκαλύπταν / υπερκαλύπτανε |
| Αόριστος | υπερκάλυψα | υπερκάλυψες | υπερκάλυψε | υπερκαλύψαμε | υπερκαλύψατε | υπερκάλυψαν / υπερκαλύψαν / υπερκαλύψανε |
| Μέλλοντας | θα υπερκαλύπτω / θα υπερκαλύψω | θα υπερκαλύπτεις / θα υπερκαλύψεις | θα υπερκαλύπτει / θα υπερκαλύψει | θα υπερκαλύπτουμε / θα υπερκαλύψουμε | θα υπερκαλύπτετε / θα υπερκαλύψετε | θα υπερκαλύπτουν / θα υπερκαλύπτουνε / θα υπερκαλύψουν / θα υπερκαλύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερκαλύψει | έχεις υπερκαλύψει | έχει υπερκαλύψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερκαλύψει | είχες υπερκαλύψει | είχε υπερκαλύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερκαλύψει / να υπερκαλύπτω / να υπερκαλύψω | να έχεις υπερκαλύψει / να υπερκαλύπτεις / να υπερκαλύψεις | να έχει υπερκαλύψει / να υπερκαλύπτει / να υπερκαλύψει | να υπερκαλύπτουμε / να υπερκαλύψουμε | να υπερκαλύπτετε / να υπερκαλύψετε | να υπερκαλύπτουν / να υπερκαλύπτουνε / να υπερκαλύψουν / να υπερκαλύψουνε |
| Προστακτική | — | έχε υπερκαλυμμένο / υπερκάλυπτε / υπερκάλυψε | — | — | υπερκαλύπτετε / υπερκαλύψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπερκαλύφθηκαυπερκαλύπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →