υπερκατανάλωση
•
- η μεγάλη, υπερβολική κατανάλωση, η κατανάλωση που ξεπερνά ένα ορισμένο όριο Βικιλεξικό
- Παλιότερα η ΔΕΗ χρέωνε περισσότερα ανά κιλοβατώρα, όταν ένα νοικοκυριό είχε υπερκατανάλωση.
Ετυμολογία
υπερκατανάλωση < υπερ- + κατανάλωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερκατανάλωση | υπερκαταναλώσεις |
| Γενική | υπερκατανάλωσης | υπερκαταναλώσεων |
| Αιτιατική | υπερκατανάλωση | υπερκαταναλώσεις |
| Κλητική | υπερκατανάλωση | υπερκαταναλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →