υπερκείμενο υγρό
•
- χημείαυγρό που υπέρκειται άλλου υγρού ή σώματος, στον ίδιο χώρο, λόγω διαφοράς ειδικού βάρους Βικιλεξικό
- χημείατο διαυγές υγρό που υπέρκειται του ιζήματος μετά από φυγοκέντρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερκείμενο υγρό < → δείτε τις λέξεις υπερκείμενος και υγρό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →