Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερκόσμιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου βρίσκεται ή φαίνεται ότι βρίσκεται πέρα από τον αισθητό και εμπειρικό κόσμο, αναφερόμενος σε μια υπερβατική ή πνευματική διάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερκόσμιος < ελληνιστική κοινή ὑπερκόσμιος < αρχαία ελληνική ὑπέρ + κόσμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκόσμιοςυπερκόσμια / υπερκόσμιοςυπερκόσμιο
Γενικήυπερκόσμιουυπερκόσμιας / υπερκόσμιουυπερκόσμιου
Αιτιατικήυπερκόσμιουπερκόσμια / υπερκόσμιουπερκόσμιο
Κλητικήυπερκόσμιευπερκόσμια / υπερκόσμιευπερκόσμιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκόσμιοιυπερκόσμιες / υπερκόσμιοιυπερκόσμια
Γενικήυπερκόσμιωνυπερκόσμιωνυπερκόσμιων
Αιτιατικήυπερκόσμιουςυπερκόσμιες / υπερκόσμιουςυπερκόσμια
Κλητικήυπερκόσμιοιυπερκόσμιες / υπερκόσμιοιυπερκόσμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →