Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερμεταδοτικός

/i.peɾ.me.ta.ðo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την υπερμετάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Ο ρυθμός ανάπτυξης έχει επιβραδύνει εν μέσω του πιο πρόσφατου κύματος της πανδημίας που τροφοδοτείται από την υπερμεταδοτική μετάλλαξη όμικρον.

Ετυμολογία

υπερμεταδοτικός < υπερμετάδο(ση) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερμεταδοτικόςυπερμεταδοτικήυπερμεταδοτικό
Γενικήυπερμεταδοτικούυπερμεταδοτικήςυπερμεταδοτικού
Αιτιατικήυπερμεταδοτικόυπερμεταδοτικήυπερμεταδοτικό
Κλητικήυπερμεταδοτικέυπερμεταδοτικήυπερμεταδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερμεταδοτικοίυπερμεταδοτικέςυπερμεταδοτικά
Γενικήυπερμεταδοτικώνυπερμεταδοτικώνυπερμεταδοτικών
Αιτιατικήυπερμεταδοτικούςυπερμεταδοτικέςυπερμεταδοτικά
Κλητικήυπερμεταδοτικοίυπερμεταδοτικέςυπερμεταδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →