υπερμεταδοτικός
•
- που έχει σχέση με την υπερμετάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Ο ρυθμός ανάπτυξης έχει επιβραδύνει εν μέσω του πιο πρόσφατου κύματος της πανδημίας που τροφοδοτείται από την υπερμεταδοτική μετάλλαξη όμικρον.
Ετυμολογία
υπερμεταδοτικός < υπερμετάδο(ση) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερμεταδοτικός | υπερμεταδοτική | υπερμεταδοτικό |
| Γενική | υπερμεταδοτικού | υπερμεταδοτικής | υπερμεταδοτικού |
| Αιτιατική | υπερμεταδοτικό | υπερμεταδοτική | υπερμεταδοτικό |
| Κλητική | υπερμεταδοτικέ | υπερμεταδοτική | υπερμεταδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερμεταδοτικοί | υπερμεταδοτικές | υπερμεταδοτικά |
| Γενική | υπερμεταδοτικών | υπερμεταδοτικών | υπερμεταδοτικών |
| Αιτιατική | υπερμεταδοτικούς | υπερμεταδοτικές | υπερμεταδοτικά |
| Κλητική | υπερμεταδοτικοί | υπερμεταδοτικές | υπερμεταδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →