Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερμικρόβιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιατρικήμικρόβιο που είναι πιο ανθεκτικό σε αντιβιωτικά απ’ ό,τι άλλα μικρόβια Βικιλεξικό
    • Τα ανθεκτικά υπερμικρόβια που διαφεύγουν ακόμα και των πιο ισχυρών αντιβιοτικών αποτελούν πλέον μείζονα απειλή για τη δημόσια υγεία, ανέφερε σε έκθεσή του ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). (...) Η εξάπλωση των θανατηφόρων υπερμικροβίων δεν αποτελεί πλέον μια πρόβλεψη, αλλά λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή σε όλο τον κόσμο, ανακοίνωσαν αξιωματούχοι του ΟΗΕ. (*)

Ετυμολογία

υπερμικρόβιο < υπερ- + μικρόβιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερμικρόβιουπερμικρόβια
Γενικήυπερμικροβίου / υπερμικρόβιουυπερμικροβίων
Αιτιατικήυπερμικρόβιουπερμικρόβια
Κλητικήυπερμικρόβιουπερμικρόβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →