υπερνικώ
•
- τα καταφέρνω στα δύσκολα, ξεπερνώ αντιξοότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερνικώ < ελληνιστική κοινή ὑπερνικάω / ὑπερνικῶ < αρχαία ελληνική ὑπέρ + νικάω / νικέω / νικῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερνικάω / υπερνικώ | υπερνικάς | υπερνικά / υπερνικάει | υπερνικάμε / υπερνικούμε | υπερνικάτε | υπερνικάν / υπερνικάνε / υπερνικούν / υπερνικούνε |
| Παρατατικός | υπερνικούσα | υπερνικούσες | υπερνικούσε | υπερνικούσαμε | υπερνικούσατε | υπερνικούσαν / υπερνικούσανε |
| Αόριστος | υπερνίκησα | υπερνίκησες | υπερνίκησε | υπερνικήσαμε | υπερνικήσατε | υπερνίκησαν / υπερνικήσαν / υπερνικήσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερνικάω / θα υπερνικήσω / θα υπερνικώ | θα υπερνικάς / θα υπερνικήσεις | θα υπερνικά / θα υπερνικάει / θα υπερνικήσει | θα υπερνικάμε / θα υπερνικήσουμε / θα υπερνικούμε | θα υπερνικάτε / θα υπερνικήσετε | θα υπερνικάν / θα υπερνικάνε / θα υπερνικήσουν / θα υπερνικήσουνε / θα υπερνικούν / θα υπερνικούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερνικήσει | έχεις υπερνικήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερνικήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερνικήσει / να υπερνικάω / να υπερνικήσω / να υπερνικώ | να έχεις υπερνικήσει / να υπερνικάς / να υπερνικήσεις | να υπερνικά / να υπερνικάει / να υπερνικήσει | να υπερνικάμε / να υπερνικήσουμε / να υπερνικούμε | να υπερνικάτε / να υπερνικήσετε | να υπερνικάν / να υπερνικάνε / να υπερνικήσουν / να υπερνικήσουνε / να υπερνικούν / να υπερνικούνε |
| Προστακτική | — | υπερνίκα / υπερνίκαγε / υπερνίκησε | — | — | υπερνικάτε / υπερνικήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →