υπερορθόδοξος
•
- θρησκείαπου εφαρμόζει απαρέγκλιτα όσα η σωστή (κατά τη γνώμη του) πίστη του ορίζει, φτάνοντας σε ακρότητες Βικιλεξικό
- Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη ανάμεσα στους υπερορθόδοξους Εβραίους, που αποτελούν το 11% του πληθυσμού (…). Οι γυναίκες των υπερορθοδόξων είναι υποχρεωμένες να εργάζονται και συντηρούν τις οικογένειές τους ενώ οι άντρες απλά διαβάζουν τις ιερές γραφές. Η ζωή τους διέπεται από το τρίπτυχο εργασία, υπακοή, γέννα (κατά μέσο όρο επτά παιδιά). Ζουν απομονωμένες, κυκλοφορούν σκεπασμένες από την κορφή ως τα νύχια, ξυρίζουν το κεφάλι τους (τα μαλλιά θεωρούνται όχημα λαγνείας), φορούν καπέλα ή περούκες όταν κυκλοφορούν στον δρόμο, πρέπει να βαδίζουν σε διαφορετικά πεζοδρόμια, όπως και να καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους σε λεωφορεία, δημόσιες εκδηλώσεις, σχολεία, χωρίς τη δυνατότητα να εκφράζουν άποψη ή να παίρνουν αποφάσεις, αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. (Εφημερίδα των Συντακτών, 22.08.2019)
Ετυμολογία
υπερορθόδοξος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hyperorthodox < ελληνιστική κοινή ὑπέρ + ὀρθόδοξος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερορθόδοξος | υπερορθόδοξη | υπερορθόδοξο |
| Γενική | υπερορθόδοξου | υπερορθόδοξης | υπερορθόδοξου |
| Αιτιατική | υπερορθόδοξο | υπερορθόδοξη | υπερορθόδοξο |
| Κλητική | υπερορθόδοξε | υπερορθόδοξη | υπερορθόδοξο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερορθόδοξοι | υπερορθόδοξες | υπερορθόδοξα |
| Γενική | υπερορθόδοξων | υπερορθόδοξων | υπερορθόδοξων |
| Αιτιατική | υπερορθόδοξους | υπερορθόδοξες | υπερορθόδοξα |
| Κλητική | υπερορθόδοξοι | υπερορθόδοξες | υπερορθόδοξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →