υπερουσιότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα ή η κατάσταση του υπερούσιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερουσιότητα < υπερούσιος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερουσιότητα | υπερουσιότητες |
| Γενική | υπερουσιότητας | υπερουσιοτήτων |
| Αιτιατική | υπερουσιότητα | υπερουσιότητες |
| Κλητική | υπερουσιότητα | υπερουσιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →