υπερπήδηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερπηδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπήδηση < ελληνιστική κοινή ὑπερπήδησις < αρχαία ελληνική ὑπερπηδάω, μορφολογικά αναλύεται υπερπηδ(ώ) + -ηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερπήδηση | υπερπηδήσεις |
| Γενική | υπερπήδησης | υπερπηδήσεων |
| Αιτιατική | υπερπήδηση | υπερπηδήσεις |
| Κλητική | υπερπήδηση | υπερπηδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →