υπερπροστατευμένος
•
- που κάποιοι τον προστατεύουν υπέρμετρα, συνήθως για άτομα με υπερπροστατευτικούς γονείς αλλά και γενικά για όσους έχουν περιβάλλον που τους προστατεύει περισσότερο από όσο συνηθίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπροστατευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερπροστατεύω
Άλλοι τύποι
υπερπροστατευμέναυπερπροστατευμένευπερπροστατευμένεςυπερπροστατευμένηυπερπροστατευμένηςυπερπροστατευμένουπερπροστατευμένοιυπερπροστατευμένοςυπερπροστατευμένουυπερπροστατευμένουςυπερπροστατευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →