Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερπροσφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομίαδιάθεση ποσότητας αγαθού, προϊόντος ή υπηρεσίας στην αγορά που υπερβαίνει τη ζήτηση Βικιλεξικό
  2. εμπόριοπώληση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σε πολύ μειωμένη τιμή, που θεωρείται μεγάλη ή σούπερ προσφορά προς το αγοραστικό κοινό, λόγω της εξαιρετικής έκπτωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερπροσφορά < υπέρ (υπερβάλλουσα, που ξεπερνά) + προσφορά (οικονομικός όρος, η διαθέσιμη ποσότητα) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερπροσφοράυπερπροσφορές
Γενικήυπερπροσφοράςυπερπροσφορών
Αιτιατικήυπερπροσφοράυπερπροσφορές
Κλητικήυπερπροσφοράυπερπροσφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →