υπερπροσφορά
•
- οικονομίαδιάθεση ποσότητας αγαθού, προϊόντος ή υπηρεσίας στην αγορά που υπερβαίνει τη ζήτηση Βικιλεξικό
- εμπόριοπώληση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σε πολύ μειωμένη τιμή, που θεωρείται μεγάλη ή σούπερ προσφορά προς το αγοραστικό κοινό, λόγω της εξαιρετικής έκπτωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπροσφορά < υπέρ (υπερβάλλουσα, που ξεπερνά) + προσφορά (οικονομικός όρος, η διαθέσιμη ποσότητα) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερπροσφορά | υπερπροσφορές |
| Γενική | υπερπροσφοράς | υπερπροσφορών |
| Αιτιατική | υπερπροσφορά | υπερπροσφορές |
| Κλητική | υπερπροσφορά | υπερπροσφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →