Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερρεαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον υπερρεαλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερρεαλιστικός < υπερρεαλισμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερρεαλιστικόςυπερρεαλιστικήυπερρεαλιστικό
Γενικήυπερρεαλιστικούυπερρεαλιστικήςυπερρεαλιστικού
Αιτιατικήυπερρεαλιστικόυπερρεαλιστικήυπερρεαλιστικό
Κλητικήυπερρεαλιστικέυπερρεαλιστικήυπερρεαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερρεαλιστικοίυπερρεαλιστικέςυπερρεαλιστικά
Γενικήυπερρεαλιστικώνυπερρεαλιστικώνυπερρεαλιστικών
Αιτιατικήυπερρεαλιστικούςυπερρεαλιστικέςυπερρεαλιστικά
Κλητικήυπερρεαλιστικοίυπερρεαλιστικέςυπερρεαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →