υπερστερεό
•
- μαθηματικάμαθηματική οντότητα που γενικεύει την έννοια του στερεού σε διαστάσεις πέραν των τριών Βικιλεξικό
- νεολογισμόςφυσική κατάσταση της ύλης που αφορά ένα υλικό που συνδυάζει ιδιότητες στερεού και υπερρευστού, δηλαδή μπορεί να έχει δομή στερεού αλλά ταυτόχρονα να ρέει χωρίς αντίσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερστερεό < {υπερ- + στερεό (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypersolid)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερστερεό | υπερστερεά |
| Γενική | υπερστερεού | υπερστερεών |
| Αιτιατική | υπερστερεό | υπερστερεά |
| Κλητική | υπερστερεό | υπερστερεά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →