Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερσυντηρητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πάρα πολύ συντηρητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερσυντηρητικός < υπέρ + συντηρητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερσυντηρητικόςυπερσυντηρητικήυπερσυντηρητικό
Γενικήυπερσυντηρητικούυπερσυντηρητικήςυπερσυντηρητικού
Αιτιατικήυπερσυντηρητικόυπερσυντηρητικήυπερσυντηρητικό
Κλητικήυπερσυντηρητικέυπερσυντηρητικήυπερσυντηρητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερσυντηρητικοίυπερσυντηρητικέςυπερσυντηρητικά
Γενικήυπερσυντηρητικώνυπερσυντηρητικώνυπερσυντηρητικών
Αιτιατικήυπερσυντηρητικούςυπερσυντηρητικέςυπερσυντηρητικά
Κλητικήυπερσυντηρητικοίυπερσυντηρητικέςυπερσυντηρητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →