υπερτίθεμαι
•
- γενικότερατοποθετούμαι πάνω από κάτι άλλο, επικάθομαι ή επικαλύπτω Βικιλεξικό
- γεωλογίαμετακινούμαι και τοποθετούμαι τεκτονικά πάνω από άλλον γεωλογικό σχηματισμό, συνήθως λόγω επώθησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερτίθεμαι < ελληνιστική κοινή ὑπερτίθεμαι < ὑπερτίθεμαι < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τίθημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →