υπερτιμολόγηση
•
- οικονομίατιμολόγηση με ποσό μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία του αγαθού ή της παροχής υπηρεσίας Βικιλεξικό
- Η εταιρία κάλυψε το ποσοστό συμμετοχής της με υπερτιμολογήσεις.
Ετυμολογία
υπερτιμολόγηση < υπερ- + τιμολόγηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερτιμολόγηση | υπερτιμολογήσεις |
| Γενική | υπερτιμολόγησης | υπερτιμολογήσεων |
| Αιτιατική | υπερτιμολόγηση | υπερτιμολογήσεις |
| Κλητική | υπερτιμολόγηση | υπερτιμολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →