υπερτυχερός
•
- που είναι πάρα πολύ τυχερός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερτυχερός < υπερ- + τυχερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερτυχερός | υπερτυχερή | υπερτυχερό |
| Γενική | υπερτυχερού | υπερτυχερής | υπερτυχερού |
| Αιτιατική | υπερτυχερό | υπερτυχερή | υπερτυχερό |
| Κλητική | υπερτυχερέ | υπερτυχερή | υπερτυχερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερτυχεροί | υπερτυχερές | υπερτυχερά |
| Γενική | υπερτυχερών | υπερτυχερών | υπερτυχερών |
| Αιτιατική | υπερτυχερούς | υπερτυχερές | υπερτυχερά |
| Κλητική | υπερτυχεροί | υπερτυχερές | υπερτυχερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →