υπερυποχρεώνω
•
- υποχρεώνω κάποιον σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερυποχρεώνω < υπερ- + υποχρεώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερυποχρεώνω | υπερυποχρεώνεις | υπερυποχρεώνει | υπερυποχρεώνουμε | υπερυποχρεώνετε | υπερυποχρεώνουν / υπερυποχρεώνουνε |
| Παρατατικός | υπερυποχρέωνα | υπερυποχρέωνες | υπερυποχρέωνε | υπερυποχρεώναμε | υπερυποχρεώνατε | υπερυποχρέωναν / υπερυποχρεώναν / υπερυποχρεώνανε |
| Αόριστος | υπερυποχρέωσα | υπερυποχρέωσες | υπερυποχρέωσε | υπερυποχρεώσαμε | υπερυποχρεώσατε | υπερυποχρέωσαν / υπερυποχρεώσαν / υπερυποχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερυποχρεώνω / θα υπερυποχρεώσω | θα υπερυποχρεώνεις / θα υπερυποχρεώσεις | θα υπερυποχρεώνει / θα υπερυποχρεώσει | θα υπερυποχρεώνουμε / θα υπερυποχρεώσουμε | θα υπερυποχρεώνετε / θα υπερυποχρεώσετε | θα υπερυποχρεώνουν / θα υπερυποχρεώνουνε / θα υπερυποχρεώσουν / θα υπερυποχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερυποχρεώσει | έχεις υπερυποχρεώσει | έχει υπερυποχρεώσει | έχουμε υπερυποχρεώσει | έχετε υπερυποχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερυποχρεώσει | είχες υπερυποχρεώσει | είχε υπερυποχρεώσει | είχαμε υπερυποχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνω / να υπερυποχρεώσω | να έχεις υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνεις / να υπερυποχρεώσεις | να έχει υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνει / να υπερυποχρεώσει | να έχουμε υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνουμε / να υπερυποχρεώσουμε | να έχετε υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνετε / να υπερυποχρεώσετε | να υπερυποχρεώνουν / να υπερυποχρεώνουνε / να υπερυποχρεώσουν / να υπερυποχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | υπερυποχρέωνε / υπερυποχρέωσε | — | — | υπερυποχρεώνετε / υπερυποχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →