Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερυποχρεώνω

ρήμα
•
  1. υποχρεώνω κάποιον σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερυποχρεώνω < υπερ- + υποχρεώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερυποχρεώνωυπερυποχρεώνειςυπερυποχρεώνειυπερυποχρεώνουμευπερυποχρεώνετευπερυποχρεώνουν / υπερυποχρεώνουνε
Παρατατικόςυπερυποχρέωναυπερυποχρέωνεςυπερυποχρέωνευπερυποχρεώναμευπερυποχρεώνατευπερυποχρέωναν / υπερυποχρεώναν / υπερυποχρεώνανε
Αόριστοςυπερυποχρέωσαυπερυποχρέωσεςυπερυποχρέωσευπερυποχρεώσαμευπερυποχρεώσατευπερυποχρέωσαν / υπερυποχρεώσαν / υπερυποχρεώσανε
Μέλλονταςθα υπερυποχρεώνω / θα υπερυποχρεώσωθα υπερυποχρεώνεις / θα υπερυποχρεώσειςθα υπερυποχρεώνει / θα υπερυποχρεώσειθα υπερυποχρεώνουμε / θα υπερυποχρεώσουμεθα υπερυποχρεώνετε / θα υπερυποχρεώσετεθα υπερυποχρεώνουν / θα υπερυποχρεώνουνε / θα υπερυποχρεώσουν / θα υπερυποχρεώσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερυποχρεώσειέχεις υπερυποχρεώσειέχει υπερυποχρεώσειέχουμε υπερυποχρεώσειέχετε υπερυποχρεώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερυποχρεώσειείχες υπερυποχρεώσειείχε υπερυποχρεώσειείχαμε υπερυποχρεώσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνω / να υπερυποχρεώσωνα έχεις υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνεις / να υπερυποχρεώσειςνα έχει υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνει / να υπερυποχρεώσεινα έχουμε υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνουμε / να υπερυποχρεώσουμενα έχετε υπερυποχρεώσει / να υπερυποχρεώνετε / να υπερυποχρεώσετενα υπερυποχρεώνουν / να υπερυποχρεώνουνε / να υπερυποχρεώσουν / να υπερυποχρεώσουνε
Προστακτική—υπερυποχρέωνε / υπερυποχρέωσε——υπερυποχρεώνετε / υπερυποχρεώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →