υπερυψωμένος
•
- που έχει υπερυψωθεί, που έχει υψωθεί πολύ υψηλά ή που είναι απλώς πιο υψηλά από ένα ορισμένο επίπεδο αναφοράς, π.χ. από το δάπεδο Βικιλεξικό
- ο υπερεκτιμημένος, κάποιος που απολαμβάνει περισσότερο σεβασμό ή εκτίμηση από όσο του αξίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερυψωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερυψώνω, υπερυψώνομαι < ὑπερυψόω-ῶ < ὑπέρ + ὑψόω
Άλλοι τύποι
υπερυψωμέναυπερυψωμένευπερυψωμένεςυπερυψωμένηυπερυψωμένηςυπερυψωμένουπερυψωμένοιυπερυψωμένοςυπερυψωμένουυπερυψωμένουςυπερυψωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →