Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφίαλος

/i.peɾˈfi.a.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάαυτός που εκχειλίζει πάνω από τη φιάλη, σε χρήση μονο μεταφορικά Βικιλεξικό
  2. που χαρακτηρίζεται από αδικαιολόγητη αλαζονεία ή έπαρση Βικιλεξικό
    • Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
    • υπερφίαλος εγωισμός
  3. που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αισιοδοξία, δίχως επαφή με την πραγματικότητα, αβάσιμος Βικιλεξικό
    • είναι παντελώς υπερφίαλος

Ετυμολογία

υπερφίαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπερφίαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερφίαλοςυπερφίαληυπερφίαλο
Γενικήυπερφίαλουυπερφίαληςυπερφίαλου
Αιτιατικήυπερφίαλουπερφίαληυπερφίαλο
Κλητικήυπερφίαλευπερφίαληυπερφίαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερφίαλοιυπερφίαλεςυπερφίαλα
Γενικήυπερφίαλωνυπερφίαλωνυπερφίαλων
Αιτιατικήυπερφίαλουςυπερφίαλεςυπερφίαλα
Κλητικήυπερφίαλοιυπερφίαλεςυπερφίαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →