Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφουσκώνω

/i.peɾ.fuˈsko.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόφουσκώνω, διογκώνω σε πολύ μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
    • βύω, μέλ. βύσω [ῡ], αόρ. αʹ ἔβῡσα — Παθ. αόρ. αʹ ἐβύσθην, παρακ. βέβυσμαι, φουσκώνω, στουπώνω, φράζω. 1. με γεν. πράγμ., υπερχειλίζω, υπερφουσκώνω· (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007 https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddel-scott/search.html?start=760&lq=%CE%92)
    • Τιμολογούμε τα αυτοκίνητα βάσει της πραγματικής τους αξίας, το κόστος διαχείρισής τους και του μικρού περιθώριου κέρδους μας, όχι έχοντας υπόψιν τυχόν διαπραγμάτευση ώστε να υπερφουσκώνουμε τις τιμές (γυρίζοντας ταυτόχρονα τα χιλιόμετρα) και όποιος τσιμπήσει
  2. συχνότεραφουσκώνω, διογκώνομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
    • Η ειδική κατασκευή αυτού του στρώματος επιτρέπει επίσης όλη την πίεση να υπερφουσκώνει και ταυτόχρονα να αποκολλά έναν ή περισσότερους κυλίνδρους στα πιό επικίνδυνα σημεία της επιφάνειας κατάκλισης
    • ενώ μειώνεται η ικανότητα του πνεύμονα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει ανταλλάσσοντας καθε φορά αέρα με το περιβάλλον, μια λειτουργία που είναι πρωταρχική. Έτσι ο πνεύμονας υπερφουσκώνει (υπερδιατείνεται) χωρίς να μπορεί να βγάζει εύκολα τον αέρα έξω

Ετυμολογία

υπερφουσκώνω(νεολογισμός) < υπερ- + φουσκώνω. Πιθανόν, λόγια επίδραση στο παραφουσκώνω με παρα- (πάρα) > υπέρ. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερφουσκώνωυπερφουσκώνειςυπερφουσκώνειυπερφουσκώνουμευπερφουσκώνετευπερφουσκώνουν / υπερφουσκώνουνε
Παρατατικόςυπερφούσκωναυπερφούσκωνεςυπερφούσκωνευπερφουσκώναμευπερφουσκώνατευπερφουσκώναν / υπερφουσκώνανε / υπερφούσκωναν
Αόριστοςυπερφούσκωσαυπερφούσκωσεςυπερφούσκωσευπερφουσκώσαμευπερφουσκώσατευπερφουσκώσαν / υπερφουσκώσανε / υπερφούσκωσαν
Μέλλονταςθα υπερφουσκώνω / θα υπερφουσκώσωθα υπερφουσκώνεις / θα υπερφουσκώσειςθα υπερφουσκώνει / θα υπερφουσκώσειθα υπερφουσκώνουμε / θα υπερφουσκώσουμεθα υπερφουσκώνετε / θα υπερφουσκώσετεθα υπερφουσκώνουν / θα υπερφουσκώνουνε / θα υπερφουσκώσουν / θα υπερφουσκώσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερφουσκώσειέχεις υπερφουσκώσειέχει υπερφουσκώσειέχουμε υπερφουσκώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα υπερφουσκώσειείχες υπερφουσκώσειείχε υπερφουσκώσειείχαμε υπερφουσκώσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνω / να υπερφουσκώσωνα έχεις υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνεις / να υπερφουσκώσειςνα έχει υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνει / να υπερφουσκώσεινα έχουμε υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνουμε / να υπερφουσκώσουμενα υπερφουσκώνετε / να υπερφουσκώσετενα υπερφουσκώνουν / να υπερφουσκώνουνε / να υπερφουσκώσουν / να υπερφουσκώσουνε
Προστακτική—υπερφούσκωνε / υπερφούσκωσε——υπερφουσκώνετε / υπερφουσκώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

υπερφουσκώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →