υπερφουσκώνω
•
- μεταβατικόφουσκώνω, διογκώνω σε πολύ μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- βύω, μέλ. βύσω [ῡ], αόρ. αʹ ἔβῡσα — Παθ. αόρ. αʹ ἐβύσθην, παρακ. βέβυσμαι, φουσκώνω, στουπώνω, φράζω. 1. με γεν. πράγμ., υπερχειλίζω, υπερφουσκώνω· (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007 https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddel-scott/search.html?start=760&lq=%CE%92)
- Τιμολογούμε τα αυτοκίνητα βάσει της πραγματικής τους αξίας, το κόστος διαχείρισής τους και του μικρού περιθώριου κέρδους μας, όχι έχοντας υπόψιν τυχόν διαπραγμάτευση ώστε να υπερφουσκώνουμε τις τιμές (γυρίζοντας ταυτόχρονα τα χιλιόμετρα) και όποιος τσιμπήσει
- συχνότεραφουσκώνω, διογκώνομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- Η ειδική κατασκευή αυτού του στρώματος επιτρέπει επίσης όλη την πίεση να υπερφουσκώνει και ταυτόχρονα να αποκολλά έναν ή περισσότερους κυλίνδρους στα πιό επικίνδυνα σημεία της επιφάνειας κατάκλισης
- ενώ μειώνεται η ικανότητα του πνεύμονα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει ανταλλάσσοντας καθε φορά αέρα με το περιβάλλον, μια λειτουργία που είναι πρωταρχική. Έτσι ο πνεύμονας υπερφουσκώνει (υπερδιατείνεται) χωρίς να μπορεί να βγάζει εύκολα τον αέρα έξω
Ετυμολογία
υπερφουσκώνω(νεολογισμός) < υπερ- + φουσκώνω. Πιθανόν, λόγια επίδραση στο παραφουσκώνω με παρα- (πάρα) > υπέρ. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερφουσκώνω | υπερφουσκώνεις | υπερφουσκώνει | υπερφουσκώνουμε | υπερφουσκώνετε | υπερφουσκώνουν / υπερφουσκώνουνε |
| Παρατατικός | υπερφούσκωνα | υπερφούσκωνες | υπερφούσκωνε | υπερφουσκώναμε | υπερφουσκώνατε | υπερφουσκώναν / υπερφουσκώνανε / υπερφούσκωναν |
| Αόριστος | υπερφούσκωσα | υπερφούσκωσες | υπερφούσκωσε | υπερφουσκώσαμε | υπερφουσκώσατε | υπερφουσκώσαν / υπερφουσκώσανε / υπερφούσκωσαν |
| Μέλλοντας | θα υπερφουσκώνω / θα υπερφουσκώσω | θα υπερφουσκώνεις / θα υπερφουσκώσεις | θα υπερφουσκώνει / θα υπερφουσκώσει | θα υπερφουσκώνουμε / θα υπερφουσκώσουμε | θα υπερφουσκώνετε / θα υπερφουσκώσετε | θα υπερφουσκώνουν / θα υπερφουσκώνουνε / θα υπερφουσκώσουν / θα υπερφουσκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερφουσκώσει | έχεις υπερφουσκώσει | έχει υπερφουσκώσει | έχουμε υπερφουσκώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερφουσκώσει | είχες υπερφουσκώσει | είχε υπερφουσκώσει | είχαμε υπερφουσκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνω / να υπερφουσκώσω | να έχεις υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνεις / να υπερφουσκώσεις | να έχει υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνει / να υπερφουσκώσει | να έχουμε υπερφουσκώσει / να υπερφουσκώνουμε / να υπερφουσκώσουμε | να υπερφουσκώνετε / να υπερφουσκώσετε | να υπερφουσκώνουν / να υπερφουσκώνουνε / να υπερφουσκώσουν / να υπερφουσκώσουνε |
| Προστακτική | — | υπερφούσκωνε / υπερφούσκωσε | — | — | υπερφουσκώνετε / υπερφουσκώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπερφουσκώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →