υπερφόρτιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερφορτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερφόρτιση < υπερφορτίζω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική overcharging)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερφόρτιση | υπερφορτίσεις |
| Γενική | υπερφόρτισης | υπερφορτίσεων |
| Αιτιατική | υπερφόρτιση | υπερφορτίσεις |
| Κλητική | υπερφόρτιση | υπερφορτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →